Ζωή και θάνατος, ίδιος δρόμος.
Πεζοδρόμια χιλιοπατημένα απ' τους ίδιους ανθρώπους.
Καμωμένοι απ' την ίδια πάστα,
με την ίδια μοίρα,
για την ίδια Αγάπη.
Απ' τους εραστές του ονείρου.
Εσένα· εμένα

18 Φεβ 2014

Φθινόπωρο

Φθινόπωρο ήρθε και κάθισε απάνω στα μαλλιά σου.
Το χρώμα των πεσμένων φύλλων πήρανε.
Τη λάμψη της Μελαγχολίας ανταύγειες κάνανε.
Άλικα, πορφυρά γινήκανε σαν αίμα, Ζωής ηδύποτο.

Φθινόπωρο ήρθε και φύσηξε μέσα στα μαλλιά σου.
Τα φύλλα τους σκορπίσανε μικρές στιγμές στο χρόνο
Κάποιο πρόσωπο αναζητούνε  να χαϊδέψουν σκυθρωπό
Γήινο, θνητό, να πάρουν από πάνω του αιώνια τον πόνο.

Φθινόπωρο ήρθε και πρωτόβρεξε απάνω στα μαλλιά σου
Σταγόνες, λίμνες έγιναν στο άσπρο των ματιών σου
Πορφύρωσαν τις ίριδες, και μώβισαν τις κόρες
Κι ορμητικά ξεχύθηκαν χρωματιστά ποτάμια

Φθινόπωρο ήρθε και κάθεται για πάντα στα μαλλιά σου
Σού φτιάχνει τόξο Ουράνιο, καμπύλες των χρωμάτων
Στα μάτια σου, στα χείλη σου ζωγράφος γίνεται ο Θεός
Και κλαίει, για μια στιγμή θα ήθελε να ήτανε Θνητός.

©Επίγονος


16 Φεβ 2014

Ολοφυρμός

Και σού 'φτιαξα, Αγάπη, τον πιο μεγαλόπρεπο Τάφο... 
Με κόκκινα σταλαματένια μάρμαρα, 
με χτύπους ρυθμικούς ν' ακούς, 
με αίμα να ραίνει το κορμί σου, 
μήπως και ξαναζωντανέψεις, Αγάπη.
....την καρδιά μου. 

© Επίγονος


Ανήκεστος βλάβη

Καρδιά σε αναπηρικό καρότσι, χειροκίνητη· 
να μην μπορεί να κινηθεί, στέκει ακίνητη·
κι εσύ με σταυρωμένα χέρια με κοιτάς· 
γελάς· 
αμίλητη.


Κάποτε

Κάποτε, τα χιόνια θα λιώσουν
και οι μελλοντικοί άνθρωποι 
θα βρουν μια μούμια καμμένη 
με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια
γεμάτα απόγνωση και απορία. 

Κάποτε, τα χιόνια θα λιώσουν 
και τα χέρια θα τυλίγεις στο κενό, 
κορμί ν' αγκαλιάσουν δε θα νιώσουν 
αφού εγώ θα λείπω... χέρια θα μ' αγκαλιάζουν 
μελλοντικών αρχαιολόγων. 

Κάποτε τα χιόνια θα λιώσουν 
και θ' αποκαλυφθεί στο χώμα
μια περίεργη γραφή από σάρκα και αίμα. 

Θα 'ναι το τελευταίο "Σ'αγαπώ" που φώναξα, 
στο δικό σου παρόν, στο σήμερα, 
να στοιχειώνει το μέλλον που σκότωσες.

©Επίγονος


Δεν σε Ξεχνώ

Είναι αυτές οι ώρες της απουσίας σου 
σαν πόρνες αλαφροντυμένες,χιλιόβαρες, 
να με τραβάνε μακριά απ’ το κάστρο σου, 
να με παραπλανάνε με τα χιλιάδες πατσουλιά αρωματισμένες. 
Να θέλουν, σώνει και καλά, να σβήσουν 
τον μόσχο αυτόν του γιασεμιού που άφησε πάνω μου,
για πάντα το κορμί σου. 

Είναι, όμως, κι εκείνες οι ώρες που φέρνουν τη μορφή σου
να κάθεται στα γόνατά μου κι αγκαλιασμένοι 
να κλαίμε απ’ τα χτυπήματα που δώσαμε στ’ όνομα της αγάπης, 
μεταξοντυμένοι τη μετάνοια του εγωισμού μας. 
Μα πιο πολύ απ’ όλες τις στιγμές μας είναι εκείνη η στιγμή του Απρίλη
που με άφησες να ξεχυθώ σαν τον Ατλαντικό
να σβήσω το κορμί σου.

© Επίγονος


13 Φεβ 2014

Υπό το Σεληνόφως

Έλαμπε στο φως του Εραστή της η θάλασσα
 κι έστελνε στα γυμνά μας πόδια ασημόκορφα κύματα, 
ήχους ερωτικούς να σπάζουν μ' αναφιλητά 
ανάμεσα στα ολόγυμνα κορμιά μας. 

Άσμα γίνανε στα χείλη μας τα ηχοκύματα 
για να υμνήσουμε τη μαγική στιγμή μας, 
την ώρα που Εγώ κι Εσύ ενωθήκαμε 
σελαγισμένοι μες στο φως του. 

Και το ξημέρωμα, αγγελικοί γυμνίτες πια, 
στης θάλασσας το κάλεσμα ενδώσαμε 
κι απ' τον βυθό της αγκαλιά κοιτούμε το φεγγάρι. 
Αγνοί, λευκοί, καθάριοι από κηλίδες. 

Και πάνω σε κάποια πλαγιά, 
όχι πολύ μακριά μας 
'κείνη την ώρα βλάσταινε 
ο σπόρος του Έρωτά μας.

©Επίγονος

Ευτυχισμένη Καταδίκη

Καταδικάστηκα να ζω!
Να ζω αποκλεισμένος 
απ' όλους κι απ' τα πάντα. 
Αποκλεισμένος του Έρωτα 
να ζω τις τέσσερις εποχές των χρόνων 
στα όρια του κορμιού σου. 

Απ' τις άκρες των χυτών ποδιών σου 
ως τους μελαγχολικούς μηρούς σου. 
Να ξεδιψώ στον ομφαλό της γης σου 
να γεύομαι μεθυστικά σταφύλια 
στους αμπελώνες των στηθιών σου. 
Ψίθυρους ν' αφουγκράζομαι μελωδικούς 
στις άκρες των χειλιών σου.

Γυμνός να εξαγνίζομαι 
στις λίμνες των βαθιών ματιών σου. 
Κι έτσι καθάριος πια, να γύρω ν' αποκοιμηθώ 
απάνου στις μικρές σωμάτινες πέτρες 
του πιό πολύχρωμου, πολύτιμου ψηφιδωτού: 
στη στράτα του ολόγυμνου κορμιού σου..

©Επίγονος


Κραυγές

Αν τύχει εκεί που βρίσκεσαι ακούσεις 
 κραυγές να λένε ¨σ' αγαπώ¨
  μη γυρίσεις,
 το κεφάλι μη σηκώσεις,
  παρά μόνο σκύψε,
 στα δυό διπλώσου αγάπη μου,
  μη σε χτυπήσει ο άνεμος 
και σε πληγώσουνε τα ουρλιαχτά μου.

©Επίγονος


Πανσέληνη μοναξιά

Μόνος με τη Νύχτα κάθομαι
 και πλέκω τα μαλλιά της. 
Μαύρα τα βάφω, φωτεινά
με πόρφυρες ανταύγεις.

Στέκω, θωρώ στον ουρανό
την πιο λαμπρή Σελήνη 
και τα κρεμώ απάνω της
να μοιάζει σαν Εκείνη.

©Επίγονος



Ausencia

Αγαπημένη μου, σαν λείπεις και πονώ,
μπήγω τα χέρια μες στο στήθος μου,
ξεσκίζω την ψυχή μου,
και στα κομμάτια της αναζητώ
τα ματωμένα χείλη σου
τα χείλη μου ν' αγγίξουν,
σ' αυτή την ακατάσχετη αιμορραγία
που ονομάσαν Έρωτα.

                                                                       ©Επίγονος